Στον δρόμο Ιστιαίας – Χαλκίδας σε απόσταση 91 χλμ. από την Χαλκίδα πάνω σε πευκόφυτο λόφο είναι χτισμένο το πανάρχαιο χωριό των Ελληνικών με εξαιρετική θέα προς το Αιγαίο πέλαγος. Το όνομα προέρχεται από τη ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ.
Στον όρμο των Ελληνικών είχε αγκυροβολήσει ο Ελληνικός στόλος. Στην θέση Καστραδάκι στο παραθαλάσσιο σημείο της πεδιάδας, η αρχαιολογική έρευνα έχει εντοπίσει τμήματα ισχυρής οχύρωσης των αρχαϊκών χρόνων, που σε πολλά σημεία της σώζεται έως το ύψος των τριών μέτρων. Πρόκειται για μία εκτεταμένη εγκατάσταση των αρχαϊκών χρόνων που οι ερευνητές ταυτίζουν με την αρχαία Ευβοϊκή πόλη Νύσσα.
Η πόλη ήταν αφιερωμένη στον Διόνυσο και σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση στην περιοχή της Νύσσας τα αμπέλια άνθιζαν και καρποφορούσαν μέσα σε μια μέρα.

Ο Αρισταίος παραδίδει το βρέφος, παράνομο καρπό του έρωτα του Δία και της Σεμέλης, στην κόρη του Μάκρη για να το αναθρέψει. Η Ήρα πανταχού παρούσα στο νησί μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός εξόρισε διαπαντός από το νησί την Μάκρη.
Ο όμορφος μύθος κλασσικός της διονυσιακής παράδοσης, στην ευβοϊκή παραλλαγή του, ίσως να αναφέρεται στη μεγάλη παραγωγή κρασιού στην ευρύτερη περιοχή. Η θέση στο Καστραδάκι αναφέρεται και στους πορτολάνους ως Nesso γεγονός που συνηγορεί στην ταύτισή της με την Ευβοϊκή Νύσσα. Σε μία άλλη περιοχή των Ελληνικών στην θέση Χερονήσι (Άγιος Νικόλαος), σε μία μικρή χερσόνησο έχουν βρεθεί υπολείμματα μίας μικρής ανθρώπινης εγκατάστασης που σύμφωνα τον οχυρωματικό περίβολο που την περιέβαλε χρονολογείται στην κλασσική περίοδο. Πάνω σε παρακείμενο βραχώδη λόφο, νότια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, έχει εντοπισθεί οικισμός της πρωτοελλαδικής και αρχαϊκής περιόδου.
Το χωριό κατά της Τουρκοκρατίας, αλλά και αμέσως μετά την απελευθέρωση, είχε αρκετές περιπέτειες σε ότι αφορούσε την ιδιοκτησία. Μετά την αντιδικία που είχαν οι Τούρκοι μεταξύ τους (Σουλτάνος – Αλή πασάς), ο χώρος πέρασε στην ιδιοκτησία του Ι. Τασαίου, ο οποίος από το 1848 και μετά πούλησε σε τρεις δόσεις τα Ελληνικά στους κατοίκους. Οι κάτοικοι των Ελληνικών σύμφωνα με την απογραφή του 1991 ανέρχονταν σε 435 με προοπτικές αύξησης λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της περιοχής.
